Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Η Παναγία τρέχει αμέσως να μας βοηθήσει (οσ. Παϊσίου)

– Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αµέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;
– Η Παναγία, όποτε έχουµε ανάγκη, απαντά αµέσως στην προσευχή µας όποτε δεν έχουµε, µας αφήνει, για να αποκτήσουµε λίγη παλληκαριά.

Όταν ήµουν στην Μονή Φιλοθέου, µια φορά, αµέσως µετά την αγρυπνία της Παναγίας µε έστειλε ένας Προιστάµενος να πάω ένα γραµµα στην Μονή Ιβήρων.

Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της µονής και να περιµένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν µε το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο µοναστήρι µας – απόσταση µιαµιση ώρα µε τα πόδια.

Ήµουν από νηστεία και από αγρυπνία. Τότε την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου την χώριζα στα δύο• µέχρι της Μεταµορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ηµέρα της Μεταµορφώσεως έτρωγα, και µετά µέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε. 


Έφυγα λοιπόν αµέσως µετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω µαζί µου λίγο παξιµάδι. Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γραµµα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιµένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευµα, αλλά αργούσε να έρθη.

Άρχισα εν τω µεταξύ να ζαλίζωµαι. Πιό πέρα είχε µια στοίβα από κορµούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα µε τον λογισµο µου: «Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόµερα, για να µη µε δη κανείς και αρχίση να µε ρωτάη τι έπαθα». Όταν κάθησα, µου πέρασε ο λογισµος να κάνω κοµποσχοίνι στην Παναγία να µου οικονοµήση κάτι.

Αλλά αµέσως αντέδρασα στον λογισµο και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πραγµατα θα ενοχλής την Παναγία;». Τότε βλέπω µπροστά µου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωµι, δύο σύκα και ένα µεγάλο τσαµπι σταφύλι. «Πάρε αυτά, µου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε. Ε, τότε διαλύθηκα µε έπιασαν τα κλαµατα, ούτε ήθελα να φάω πιά … Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζη και για τις µικρότερες λεπτοµέρειες! Ξέρεις τι θα πη αυτό!


---

Μια φορά, στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού, αντί για λίγο κρασί που περίμενα σαν φάρμακο για το πρόβλημα που είχα στα έντερα, μου έφεραν από το μοναστήρι κατά λάθος ένα μπουκάλι ξίδι.
Δεν είπα τίποτε, γιατί σκέφθηκα ότι έτσι ήθελε ο Θεός. Πέρασαν περίπου σαράντα ημέρες, και με το βρόχινο νερό που έπινα επιδεινώθηκε η κατάσταση.
Μια μέρα υπέφερα πολύ. Καιγόμουν για νερό, αλλά φοβόμουν να πιώ, επειδή την προηγούμενη μέρα που ξεθάρρεψα λίγο, είχα όλη την νύχτα πρόβλημα. Κάποια στιγμή που μπήκα στον ναό, για να ανάψω τα καντήλια, είδα ένα μπουκάλι κρασί μπροστά στο τέμπλο, κάτω από την εικόνα της Παναγίας. Το μεν μπουκάλι ήταν δικό μου, το γνώρισα· αλλά από που γέμισε; Ούτε είχε έρθει κανείς εκείνες τις ημέρες, και εγώ πολλές φορές είχα μπή στον ναό και δεν υπήρχε τίποτε μπροστά στο τέμπλο. Ήταν στυφό κρασί, φάρμακο, όπως με ωφελεί.
Την ίδια ημέρα μου έφεραν κι ένα μεγάλο μπουκάλι κρασί από το μοναστήρι.

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου